Παίζονται τώρα Αξίζει να δείτεΕτοιμαστείτε…έρχονται!ΘεατρικάΝέα ΣυνεντεύξειςΦεστιβάλΠροτάσειςΨ

Όλα όσα δεν γνωρίζουμε για την Μάρω Κοντού
 «Αν θέλει ο Θεός, και τα 80 (του χρόνου δηλαδή) θα με βρουν στο σανίδι να παίζω». Σε καθηλώνει με την εικόνα της, τη ζωντάνια της και τις απόψεις της για τη ζωή. Είναι γοητευτική και έχει έναν μοναδικό τρόπο να σε μαγνητίζει με τις φίνες κινήσεις των χεριών της. Η Μάρω Κοντού υπήρξε μία από τις πιο όμορφες γυναίκες του ελληνικού κινηματογράφου και αυτό το συνειδητοποιεί σήμερα, που βλέπει τις ταινίες της να παίζονται ξανά και ξανά. Οχι ότι δεν είχε εμπιστοσύνη στα θεία δώρα που απλόχερα της δόθηκαν, απλώς η δουλειά και η τελειομανία της δεν της άφηναν και πολλά περιθώρια.

Οι θαυμαστές της, ακόμα και σήμερα, μιλούν για τη γλύκα του προσώπου της και τις τέλειες σωματικές αναλογίες της, τις οποίες και διατηρεί. «Μου αρέσει να περπατάω και να ακούω “Γεια σου, ρε Μάρω”. Οι πιο τολμηροί με πλησιάζουν και μου λένε ότι τους άρεσα πάρα πολύ και ως γυναίκα. Εχει πλάκα όλο αυτό και ειδικά σήμερα που βλέπω τις ταινίες μου και συνειδητοποιώ τελικά πως έχω υπάρξει ωραίο κορίτσι» λέει στην «Espresso της Κυριακής» η Μάρω Κοντού, που φέτος στο θέατρο υποδύεται τη δεσποινίδα Μαργαρίτα, έναν ρόλο που αγάπησε από την πρώτη στιγμή. «Πρόκειται για τον επίκαιρο όσο ποτέ άλλοτε μονόλογο του Ρομπέρτο Ατάιντε “Δεσποινίς Μαργαρίτα”, μια πολιτική αλληγορία πάνω στη δύναμη της εξουσίας, γραμμένος στη βαριά σκιά του δικτατορικού καθεστώτος της Βραζιλίας το 1971». Η ηθοποιός εξηγεί ότι τα σκηνικά και τα κοστούμια της παράστασης έχει φτιάξει ο πολύ καλός της φίλος και γνωστός ζωγράφος Κώστας Σπυριούνης και προσθέτει για την πλοκή της παράστασης: «Το κεντρικό πρόσωπο είναι μια δασκάλα που υποτιμά, λοιδορεί, εξευτελίζει, τιμωρεί και εκφοβίζει αυτούς που δικαιούνται τα αγαθά της μάθησης. Στο τέλος πέφτει η ίδια στην παγίδα της προκειμένου να καταφέρει να διατηρήσει την εξουσία. Ισως μέσα από το έργο αυτό να θέλω να θέσω τα δικά μου ερωτήματα ή τις δικές μου απαντήσεις σε όλο αυτό που ζούμε σήμερα και δεν μας αξίζει καθόλου».



Λίγο ο επίκαιρος λόγος του Ατάιντε, λίγο η ενασχόλησή της με την πολιτική, δεν ήθελε και πολύ ώστε η κουβέντα μας να μετατοπιστεί στη σημερινή ελληνική πραγματικότητα. Δεν κρύβει ότι τη στενοχωρεί, αφού πλέον στους δρόμους συναντά μόνο σκυθρωπά πρόσωπα, βουτηγμένα στη θλίψη των προσωπικών τους προβλημάτων. «Φυσικά και πληγώνομαι από αυτό που ζούμε. Είμαστε στην πιο όμορφη χώρα του πλανήτη και δυστυχώς είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε μια ανυπόφορη κατάσταση. Πέρασα από την πολιτική σκηνή αυτού του τόπου και το μόνο που κατάλαβα ήταν πως δεν μπορούσα με τίποτα να μιλήσω τη γλώσσα των πολιτικών. Δεν ήταν για μένα αυτά. Το μόνο που κατάφερα ήταν να γνωρίσω κάποιους αξιόλογους ανθρώπους. Με είχε πείσει τότε ο Μιλτιάδης Εβερτ να πολιτευτώ με την παράταξη του Κώστα Καραμανλή, ενώ πριν από αυτό είχα ασχοληθεί με τον Δήμο Αθηναίων, όπου εκεί τα πράγματα ήταν πιο βατά λόγω της θέσης μου στον ραδιοφωνικό σταθμό Αθήνα 9,84».

Δεν δηλώνει πλούσια, ούτε και μεγαλοσυνταξιούχος. Ακόμα και από τις ταινίες της τα ποσοστά που της αναλογούν είναι τώρα πια μηδενικά. «Στη ζωή μου υπήρξα σπάταλη για μένα και για τους άλλους. Δεν με ενδιέφερε να κάνω λεφτά, μου άρεσε να κάνω τους άλλους ευτυχισμένους και να αποκτώ εμπειρίες μέσα από ταξίδια. Σήμερα ζω με την κουτσουρεμένη σύνταξή μου και όπως όλοι προσπαθώ να τα βγάλω πέρα. Εχω ένα σπίτι και ένα αυτοκίνητο. Τώρα, αν με ρωτάτε για τα ποσοστά από τις ταινίες μας που προβάλλονται στην τηλεόραση, ούτε λόγος, αφού η κρίση τα έκοψε κι αυτά. Αλλωστε ήταν τόσο λίγα, που δεν άξιζε ο κόπος. Την εποχή που γυρίζαμε εμείς τις ταινίες αυτές δεν υπήρχε τηλεόραση, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει και ένα νομικό - οικονομικό πλαίσιο που να μας καλύπτει».

Από τη ζωή της θυμάται τα πάντα με λεπτομέρειες, ενώ είναι σε θέση να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση και αν της γίνει. «Ολη μου η ζωή έχει περάσει πια στον σκληρό δίσκο του εγκεφάλου μου. Κάθε φορά που χρειάζομαι κάτι να ανασύρω τον κατάλληλο φάκελο. Αλλωστε δεν έχω να ντρέπομαι για τίποτα, αφού ό,τι κατάφερα ήταν αποτέλεσμα σκληρής δουλειάς. Με νοσταλγία θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στο Κουκάκι, τις παιδικές παρέες στη γειτονιά. Το πρώτο “όχι” που είπα στους δικούς μου όταν προσπάθησαν να με παροτρύνουν να ασχοληθώ με το επάγγελμα του τραπεζικού. Την ενασχόλησή μου με τον χορό παράλληλα με το γυμνάσιο στη σχολή της Κούλας Πράτσικα στο Κολωνάκι και τη φιλία μου τότε με τη Μαίρη Χρονοπούλου» αναφέρει η πασίγνωστη ηθοποιός και προσθέτει:

«Μαζί με τη Μαίρη παίρνουμε την απόφαση να συμμετάσχουμε στις οντισιόν του Ροντήρη, το 1954, για μια θέση στον χορό αρχαίας τραγωδίας του Εθνικού Θεάτρου. Εμφανιστήκαμε μπροστά σε μια επιτροπή με όλα τα ιερά τέρατα της εποχής εκείνης. Ζητούσαν κορίτσια με γνώσεις χορού, ύψος πάνω από 1,72, που τραγουδούσαν και γενικότερα είχαν ικανότητες. Από τις 60 που δώσαμε μείναμε 20, ανάμεσά τους κι εγώ με τη Μαίρη. Στο Εθνικό έμεινα μέχρι το 1958, όπου έλαβα την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος της ηθοποιού ως εξαιρετικό ταλέντο από την Ανώτατη Κρατική Επιτροπή του υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων. Τότε άρχισαν και οι προτάσεις από το ελεύθερο θέατρο, με τη γιαγιά μου να έχει πέσει στα... μαύρα πανιά, αφού τότε οι γυναίκες που ασχολούνταν με την ηθοποιία ή το τραγούδι θεωρούνταν... να μην πω τι. Η άποψή της αυτή μάλιστα φαίνεται να με επηρέασε τόσο ώστε τα πρώτα χρόνια ήμουν λες και μπροστά μου είχα βάλει ένα γυαλί, σφιγμένη και για κάποιους ίσως και ψηλομύτα. Μετά χάσαμε τη γιαγιά κι εγώ άρχισα να εγκλιματίζομαι περισσότερο!»

Το θεατρικό ντεμπούτο της η Μάρω Κοντού το έκανε στο πλευρό του Ντίνου Ηλιόπουλου σε περιοδεία και με πρωταγωνιστικό ρόλο στο έργο «Η κυρία του κυρίου»: «Στην ίδια παράσταση ήταν η Κατερίνα Γιουλάκη, στην πρώτη της εμφάνιση, πολύ καλή φίλη μέχρι και σήμερα, αλλά και ο Γιώργος Πάντζας, επίσης πρωτοεμφανιζόμενος ηθοποιός. Την ίδια εποχή ο Δημήτρης Χορν αναζητούσε ένα νέο κορίτσι που θα έπαιζε μαζί του στο θεατρικό έργο “Ρομανσέρο”. Με είχε προτείνει ο Ροντήρης, αλλά εγώ δεν ήμουν έτοιμη να εμφανιστώ μπροστά του. Συναντηθήκαμε μόνο μια φορά. Οταν όμως με τον θίασο του Ηλιόπουλου βρεθήκαμε στην Πάτρα ήρθε για να μας δει. Μόλις έμαθα ότι ήταν στο κοινό τα έχασα, δεν ήθελα να βγω στη σκηνή. Τότε με πλησίασε η Γιουλάκη και μου έσκασε ένα χαστούκι που ήταν όλο δικό μου. “Βγαίνεις και παίζεις” μου δήλωσε. Στο διάλειμμα έρχεται ο Χορν και μου λέει “Δεν ήσουν καλή, αλλά οι κινήσεις που κάνεις με τα χέρια σου είναι τόσο γυναικείες, που θα παίξουμε μαζί. Και θα σου μάθω τα πάντα”».

Από κει και πέρα όλα ήταν εύκολα για εκείνη, λες και ο Δημήτρης Χορν την άγγιξε με το μαγικό του ραβδί και τη μεταμόρφωσε σε πρωταγωνίστρια, όπως της είχε υποσχεθεί: «Του είχα πει ότι ήθελα να με κάνει είδωλο, σαν την Αλίκη. Και εκείνος μου είχε απαντήσει: “Ευχή και κατάρα σου δίνω να μη γίνεις λαϊκό είδωλο. Μπορείς να παίζεις μέχρι τα 80 σου σε ωραίες δουλειές; Αυτό είναι ηθοποιός”. Τελικά είχε δίκιο. Πρώτα ο Θεός, σε έναν χρόνο που θα είμαι 80 θα μπορώ να παίζω ακόμα. Οχι βέβαια ότι στην Αλίκη δεν άξιζε η καριέρα αυτή, ήταν τόσο λαμπερή, ζουμερή, χαριτωμένη, μοναδική στο είδος της. Υπήρξε σπουδαία, όπως και όλα τα υπόλοιπα κορίτσια εκείνης της εποχής. Τι να πω για την Τζένη Καρέζη, που με αυτό το πρόσωπο με τα γατίσια μάτια σε μαγνήτιζε με ένα της βλέμμα. Τη Μάρθα Καραγιάννη, το πανέμορφο κορίτσι που το έβλεπες να κινείται και σε θάμπωνε. Τη Ζωή Λάσκαρη, τόσο τέλεια, λες και έβλεπες κούκλα, με τέλειο σώμα. Τη Μαίρη Χρονοπούλου με το εκρηκτικό ταμπεραμέντο και όλες εκείνες φυσικά που κατάφεραν να γράψουν τη δική τους ιστορία». Η ελληνίδα σταρ, η οποία ζει μόνη στους Αμπελοκήπους.

«Δεν μου λείπει τίποτα, έχω τους συγγενείς μου και τους φίλους μου. Είμαι γεμάτη και τόσο ικανοποιημένη από τη ζωή που ευχαριστώ πραγματικά τον Θεό. Αγάπησα όσο ήθελα, αγαπήθηκα, έκανα και δύο γάμους επειδή τους ήθελα. Είμαι πάρα πολύ καλά και αυτό λέω και στον κόσμο όταν με ρωτά πώς δείχνω τόσο καλά. Να μάθουν όλοι ακόμα και μέσα από τα δύσκολα να βρίσκουν το φως αυτό που γεννά η ελπίδα. Η ζωή είναι ωραία και αξίζει σε όλους να τη ζήσουμε όπως επιθυμούμε. Εύχομαι ο νέος χρόνος που θα έρθει να είναι γεμάτος με δώρα για όλους μας».

Η πλαστική επέμβαση στη μύτη

Η Μάρω Κοντού, εκτός από πολύ ωραία γυναίκα και σπουδαία ηθοποιός, υπήρξε και πρωτοπόρος σε πολλά θέματα. Μάλιστα ανήκει στην κατηγορία των επώνυμων γυναικών που δεν διστάζουν όχι μόνο να αποκαλύψουν την ηλικία τους αλλά και τις πλαστικές επεμβάσεις που έχουν κάνει. «Η τελευταία ταινία που γύρισα πριν από την πλαστική ήταν τα “Κίτρινα γάντια”. Με είχε παροτρύνει τότε ο Δημήτρης Χορν με τον Φίνο, που μου είχαν πει πως έβγαινα στον φακό λίγο σκληρή. Την επέμβαση την είχα κάνει στην Ελλάδα. Τον γιατρό, αν θυμάμαι καλά, τον έλεγαν Μωραΐτη. Στην πορεία και έπειτα από χρόνια διόρθωσα τα βλέφαρά μου και το πιγούνι μου. Είμαι υπέρ των πλαστικών επεμβάσεων, αρκεί να μη σε παραμορφώνουν» παραδέχεται η Μάρω Κοντού,

Η γυμνή φωτογράφιση στα 80's

Η Ελληνίδα ηθοποιός τη δεκαετία του '80 δεν δίστασε να κάνει καλλιτεχνική γυμνή φωτογράφιση για πασίγνωστο περιοδικό. «Ναι, το έκανα και δεν έχω κανένα θέμα. Με φωτογράφο τον απίστευτο Ντίνο Διαμαντόπουλο, ούτε που το κατάλαβα. Εκείνη την εποχή ήθελα να ανεβάσω ένα θεατρικό έργο με την Αννα Καλουτά. Εμείς καλά τα είχαμε υπολογίσει, δεν υπήρχαν όμως τα λεφτά. Τότε μου έγινε η πρόταση για το περιοδικό. Σκέφτηκα το κόνσεπτ, ήταν πολύ καλά και τα λεφτά και είπα το “ναι”. Τελικά και τη γυμνή φωτογράφιση έκανα και συνεργάστηκα με την αξέχαστη Αννα. Δεν είχα κανένα θέμα με το γυμνό, άλλωστε μέχρι τα πενήντα μου αισθανόμουν άνετα με το σώμα έκανα γυμνισμό» εξηγεί με αφοπλιστική ειλικρίνεια η σταρ του κινηματογράφου.

Espressonews.gr


facebook